γαστήρ


γαστήρ
ἡ γαστήρ, γαστρός живот, желудок; чрево (ср. гастроном, букв. «чревоугодник»)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "γαστήρ" в других словарях:

  • γαστήρ — paunch fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστήρ — η (AM γαστήρ) 1. η κοιλιά, το μέρος τού σώματος που περιέχει τα σπλάχνα, ανάμεσα στον θώρακα και στους μηρούς 2. το στομάχι 3. φρ. α) «βόσκειν ἥν γαστέρα» να γεμίσει την κοιλιά του Όμ. β) «γαστέρες οἶον» μόνο κοιλιές, μόνο για φαΐ (Ησίοδ.) μσν.… …   Dictionary of Greek

  • Γαστὴρ οὐκ ἔκει ὦτα. — γαστὴρ οὐκ ἔκει ὦτα. См. У брюха нет уха …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Γαστὴρ οὐκ ἔχει ὦτα. — См. Брюхо глухо: словом не уймешь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Παχεῖα γαστήρ λεπτὸν οὐ τίκτει νόον. — См. Сытое брюхо к учению глухо …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • γαστράσι — γαστήρ paunch fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστράσιν — γαστήρ paunch fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρί — γαστήρ paunch fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστρός — γαστήρ paunch fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστέρα — γαστήρ paunch fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαστέρας — γαστήρ paunch fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)